αναζωπυρώνομαι


αναζωπυρώνομαι
αναζωπυρώνομαι, αναζωπυρώθηκα, αναζωπυρωμένος βλ. πίν. 4

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανακορώνω — αναζωπυρώνομαι, ξαναθερμαίνομαι, ξαναφουντώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κορώνω] …   Dictionary of Greek

  • ανακυκλώ — (I) ἀνακυκλῶ, ( έω) (ΑΜ) μσν. παθ. ανανεώνομαι, αναζωπυρώνομαι αρχ. 1. περιστρέφω εκ νέου, στριφογυρίζω 2. στριφογυρίζω κάτι στο μυαλό μου, σκέπτομαι 3. (για λόγους) επαναλαμβάνω, λέω και ξαναλέω 4. επανέρχομαι, επιστρέφω σε προηγούμενη θέση ή… …   Dictionary of Greek

  • κοχλακίζω — (Μ) αναβράζω ή αναζωπυρώνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού κοχλάζω κατά τα ρ. σε ίζω και με προσθήκη ενός ακόμη ουρανικού συμφώνου που επιτείνει την ηχομίμηση] …   Dictionary of Greek

  • μετανάβω — και ματανάβω (Μ μετανάβω και ματανάβω) 1. αναζωπυρώνω, ξανανάβω κάτι 2. ανάβω πάλι, αναζωπυρώνομαι μσν. αναθαρρώ, εμψυχώνομαι εκ νέου …   Dictionary of Greek

  • νιώνω — (I) και νοιώνω νιώθω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αόρ. ένιωσα < ἐνόησα, αόρ. τού νοῶ. Κατ άλλη άποψη, το ρ. έχει σχηματιστεί υποχωρητικά από το συνθ. μετανιώνω*]. (II) νιώνω και νιώννω (Μ) 1. (για φωτιά) αναζωπυρώνω ή αναζωπυρώνομαι 2. μτφ. είμαι νέος.… …   Dictionary of Greek

  • προσανακαινούμαι — όομαι, Α αρχίζω να ανακαινίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀνακαινοῦμαι «ανανεώνομαι, αναζωπυρώνομαι»] …   Dictionary of Greek